Αθήνα, Χειμώνας 1936. Σε μια Ελλάδα που ισορροπεί επικίνδυνα σε ένα τεντωμένο πολιτικό σκοινί και προσπαθεί ακόμα να επουλώσει τις πληγές της προσφυγιάς, η πρωτεύουσα ζει τις δικές της «μαύρες» μέρες. Όμως εκείνη τη χρονιά, ο φόβος δεν είχε πολιτικό χρώμα, ούτε ιδεολογική ταυτότητα. Είχε το πρόσωπο της απόλυτης κτηνωδίας και παραμόνευε εκεί που τελείωνε ο πολιτισμός και άρχιζε το σκοτάδι.

Στις απόκρημνες πλαγιές της Καλογρέζας και του Γαλατσίου, εκεί όπου το δάσος του Βεΐκου «πληγιάζει» από τις βαθιές χαράδρες της παράνομης αμμορυχίας, ο θάνατος είχε βρει το δικό του λημέρι. Μέσα σε υγρές, σκοτεινές σπηλιές –απομεινάρια μιας άναρχης εκμετάλλευσης– ζούσε ένας άνθρωπος που η κοινωνία είχε πετάξει στο περιθώριο, για να επιστρέψει εκείνος ως ο χειρότερος εφιάλτης της.

Ο Δαμιανός Μαυρομάτης, ο «Ντελή Δαμιανός» για τους ντόπιους, δεν ήταν απλώς ένας εξαθλιωμένος ρακοσυλλέκτης. Ήταν ο άνθρωπος που οι εφημερίδες της εποχής θα βάφτιζαν με τρέμουλο «Δράκο της Καλογρέζας». Ένας θύτης που επέλεγε τα πιο αθώα θύματα –μικρά παιδιά– για να ξεσπάσει πάνω τους μια αρρωστημένη, σαδιστική μανία που συγκλόνισε το πανελλήνιο.

Αυτή είναι η ανατριχιαστική ανατομία ενός εγκλήματος που ξεπέρασε τα όρια της λογικής. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που μεταλλάχθηκε από θύμα της μοίρας σε έναν από τους πιο στυγερούς serial killers της ελληνικής εγκληματολογίας.

Ας κατεβούμε μαζί στις σπηλιές της Καλογρέζας, εκεί όπου το 1936 η αθωότητα χάθηκε για πάντα…

Κεφάλαιο 1: Η Μικρή Ουρανία και το «Δόλωμα» της Καραμέλας

Το ημερολόγιο έγραφε 27 Ιανουαρίου 1936. Ήταν ένα από εκείνα τα παγερά απογεύματα που η ομίχλη σκέπαζε τις χαράδρες της Καλογρέζας. Η 5χρονη Ουρανία Ουραλίδου έπαιζε ανυποψίαστη με τις φίλες της, χωρίς να γνωρίζει ότι από τις σκιές των πεύκων την παρακολουθούσε ένα βλέμμα θολό από το οινόπνευμα και τη διαστροφή.

Η Παγίδα της Αθωότητας

Ο Δαμιανός Μαυρομάτης πλησίασε την παρέα των παιδιών με ένα εφιαλτικό χαμόγελο. Το «όπλο» του δεν ήταν μαχαίρι, αλλά μια χούφτα καραμέλες. Με την υπόσχεση πως «εκεί που έμενε είχε κι άλλες», κατάφερε να αποσπάσει το μικρό κορίτσι από την ασφάλεια της γειτονιάς.

Η Ουρανία, με την παιδική εμπιστοσύνη που δεν γνωρίζει από τέρατα, έπιασε το λερωμένο χέρι του 32χρονου και τον ακολούθησε στο δάσος. Περπάτησαν σχεδόν μία ώρα, μέχρι που έφτασαν στο «λημέρι» του: μια σκοτεινή, παγωμένη αμμοσπηλιά στο δάσος Βεΐκου. Εκεί, η αθωότητα σφάχτηκε με τον πιο βάναυσο τρόπο.


Μια Κούρσα Θανάτου στο Σούρουπο

Καθώς ο ήλιος χανόταν πίσω από τα Τουρκοβούνια, ο πατέρας της μικρής, Βασίλης, άρχισε να την αναζητά αλλόφρων. Η πληροφορία των άλλων παιδιών πως «έφυγε με τον ζητιάνο» πάγωσε το αίμα των κατοίκων. Δεκάδες άνθρωποι βγήκαν στις χαράδρες με φανούς και κεριά.

Η ανακάλυψη ήρθε στο σούρουπο και ήταν εφιαλτική. Οι συγγενείς βρήκαν το παιδί μέσα στη σπηλιά, αιμόφυρτο και σε κατάσταση σοκ.

«Την άρπαξαν από την αγκαλιά του τέρατος και έτρεξαν στο κοντινότερο φαρμακείο, ελπίζοντας σε ένα θαύμα που δεν ήρθε ποτέ.»

Μέσα στο φαρμακείο, κάτω από το αμυδρό φως, ο γιατρός και ο φαρμακοποιός έδωσαν μια άνιση μάχη. Έγιναν ενέσεις καμφοράς για να κρατηθεί η καρδιά της μικρής ζωντανή, όμως η ακατάσχετη αιμορραγία και το τραύμα ήταν πέρα από κάθε ανθρώπινη βοήθεια. Λίγο αργότερα, η 5χρονη Ουρανία άφησε την τελευταία της πνοή, βυθίζοντας την Καλογρέζα στο πένθος και την οργή.


Η μικρή Ουρανία ντυμένη νυφούλα στο φέρετρο

Η Κυνική Ομολογία

Στις 28 Ιανουαρίου, ο Μαυρομάτης βρισκόταν πλέον στα χέρια της Χωροφυλακής Ψυχικού. Αυτό που συγκλόνισε τους ανακριτές δεν ήταν μόνο η πράξη, αλλά η απόλυτη ψυχρότητα του δράστη. Χωρίς ίχνος μεταμέλειας, περιέγραψε κάθε λεπτομέρεια του βιασμού και του φόνου.

  • Η αιτιολογία του; «Ήταν η ομορφότερη και ήμουν μεθυσμένος».
  • Η στάση του; Μια απόκοσμη ηρεμία που έδειχνε έναν άνθρωπο που είχε χάσει κάθε επαφή με την ανθρώπινη ιδιότητα.

Όμως, η αστυνομία δεν ήξερε ακόμα πως το δάσος του Βεΐκου έκρυβε κι άλλον θάνατο. Η ομολογία για την Ουρανία ήταν μόνο η αρχή…

Κεφάλαιο 2: Το Μυστικό κάτω από τα Ψόφια Κοτόπουλα

Η σύλληψη του Μαυρομάτη δεν έφερε τη γαλήνη στην Καλογρέζα. Αντίθετα, άνοιξε την πόρτα σε έναν νέο, συλλογικό εφιάλτη. Οι φήμες για τα χαμένα παιδιά της περιοχής άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Οι κάτοικοι, οπλισμένοι με φακούς, σπίρτα και ανεμόσκαλες, μετέτρεψαν το δάσος του Βεΐκου σε ένα απέραντο πεδίο ερευνών, εξερευνώντας κάθε σπιθαμή από τις 50 και πλέον «αμμοσπηλιές» που χάσκουν στο έδαφος σαν ανοιχτές πληγές.

Η Μακάβρια Ανακάλυψη

Στις 29 Ιανουαρίου 1936, δύο κάτοικοι, ο Γιάννης Ματζαβίνος και ο Γιώργος Παρασκευάς, μπήκαν σε μια στενή, κατηφορική σπηλιά, μόλις 200 μέτρα μακριά από το σημείο που είχε βρεθεί η μικρή Ουρανία. Η ατμόσφαιρα μέσα ήταν αποπνικτική. Μια βαριά, γλυκερή δυσοσμία γέμιζε τον χώρο.

Ανάβοντας σπίρτα μέσα στο σκοτάδι, τα μάτια τους έπεσαν σε έναν σωρό από ψόφια κοτόπουλα στη γωνία. Στην αρχή πίστεψαν πως αυτή ήταν η πηγή της μυρωδιάς. Όταν όμως ένας από αυτούς κλώτσησε τον σωρό, η φρίκη αποκαλύφθηκε σε όλο της το μεγαλείο: κάτω από τα φτερά και τα νεκρά ζώα, βρισκόταν το πτώμα του 8χρονου Στέλιου Βλαντή.

Η εικόνα που πάγωσε το αίμα: Το παιδί, που έλειπε από το σπίτι του από τον Νοέμβριο του 1935, ήταν μισόγυμνο, με τα μάτια ορθάνοιχτα και διεσταλμένα. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα σφιχτά με σύρματα και κουρέλια.


Το Παζάρι: Ηρωίνη για μια Ομολογία

Στο ανακριτικό γραφείο, ο Μαυρομάτης έπαιξε το τελευταίο του χαρτί. Αρχικά αρνήθηκε τα πάντα για τον μικρό Στέλιο. Όμως, το σώμα του, τσακισμένο από το στερητικό σύνδρομο, τον πρόδιδε. Ο «Δράκος» ήταν τοξικομανής και χρειαζόταν τη δόση του.

Σε μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές της ελληνικής ανάκρισης, ο δράστης ζήτησε ένα αντάλλαγμα για να μιλήσει: μία δόση ηρωίνης.

  • Η απάτη: Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να τον ξεγελάσουν δίνοντάς του σόδα, αλλά ο έμπειρος χρήστης το κατάλαβε αμέσως.
  • Η συνταγή: Τελικά, ο ιατροδικαστής Τρουπάκης αναγκάστηκε να γράψει συνταγή για να του φέρουν τη ναρκωτική ουσία από το φαρμακείο.

Μόλις η ηρωίνη κύλησε στις φλέβες του, ο Μαυρομάτης άρχισε να μιλά. Ομολόγησε πως παρέσυρε τον Στέλιο με καραμέλες, τον βίασε και στη συνέχεια τον έπνιξε. Παραδέχτηκε με ανατριχιαστική λεπτομέρεια πως έριξε πάνω του τα ψόφια κοτόπουλα για να «μπερδέψει» τη μυρωδιά της αποσύνθεσης, ενώ επέστρεφε τακτικά στη σπηλιά για να βεβαιωθεί πως το πτώμα ήταν ακόμα εκεί.


Αστυνομικοί βρίσκουν το πτώμα του μικρού Στέλιου στη σπηλιά του «δράκου»

Το Κίνητρο του «Τρελού»

Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε, η απάντησή του ήταν μια γυμνή απόδειξη της κοινωνικής του αποσύνθεσης: «Τα παιδιά με πείραζαν, με φώναζαν τρελό και μου πετούσαν πέτρες. Ήθελα να εκδικηθώ». Ο Μαυρομάτης δεν σκότωνε μόνο για τη διαστροφή του, αλλά και για να «απαντήσει» σε μια κοινωνία που τον είχε μετατρέψει σε αγρίμι των σπηλιών.

Έρευνες στις σπηλιές του δάσους Βεΐκου, για άλλα θύματα

Η Δίκη: Το Παράδοξο της «Βλακείας»

Στο Κακουργιοδικείο Αθηνών, τον Οκτώβριο του 1936, η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Η Λιλίκα Νάκου και ο Τίμος Μωραϊτίνης έγραφαν πύρινα άρθρα για την ασφάλεια των παιδιών στους δημόσιους χώρους. Ο ιατροδικαστής Τρουπάκης μιλούσε για «φονολαγνεία» και «εκφυλισμό κατά Λομπρόζο».

Κι όμως, ο άνθρωπος που σκόρπισε τον θάνατο, γλίτωσε το εκτελεστικό απόσπασμα. Η ετυμηγορία; Ισόβια δεσμά. Οι ένορκοι διέκριναν «μέτρια σύγχυση λόγω βλακείας». Ο Μαυρομάτης έμεινε σιωπηλός, ένας ζωντανός νεκρός, μέχρι που πέθανε λίγα χρόνια μετά στο κελί του.

Μια Σκιά που Ακόμα Στοιχειώνει

Η ιστορία του Δράκου της Καλογρέζας δεν είναι απλώς ένα παλιό αστυνομικό δελτίο. Είναι μια υπενθύμιση για το πώς η ακραία φτώχεια, η εγκατάλειψη και η ψυχική νόσος μπορούν να γεννήσουν τέρατα. Οι σπηλιές του Βεΐκου μπορεί να δυναμιτίστηκαν για να κλείσουν μια πληγή, αλλά η μνήμη της Ουρανίας και του Στέλιου παραμένει εκεί, μια βουβή κραυγή στην ιστορία της πόλης.


Εσείς πιστεύετε ότι η δικαιοσύνη της εποχής στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων ή η διάγνωση της «βλακείας» ήταν μια εύκολη διέξοδος; Αφήστε το σχόλιό σας παρακάτω και μοιραστείτε την ιστορία αν θέλετε να μάθουν όλοι για τις σκοτεινές πτυχές της παλιάς Αθήνας.

Crime Log Άβαταρ

Published by

Categories:

Σχολιάστε