
Η υπόθεση του Σορίν Ματέι δεν ήταν απλώς μια ένοπλη ληστεία που πήγε στραβά. Ήταν ένα εθνικό τηλεοπτικό γεγονός που εκτυλίχθηκε σε πραγματικό χρόνο, μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων τηλεθεατών, το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου 1998. Ο Ματέι, ένας 27χρονος Ρουμάνος κακοποιός καταζητούμενος για σωρεία ληστειών και βαρύτατων εγκλημάτων, βρισκόταν υπό την επήρεια ουσιών, κυνηγημένος από τις αρχές. Προσπαθώντας να διαφύγει, εισέβαλε στο διαμέρισμα της οικογένειας Γκινάκη. Εκεί, κράτησε ομήρους τέσσερα αθώα μέλη της οικογένειας – τη μητέρα, τα δύο παιδιά και τον αρραβωνιαστικό της κόρης – απειλώντας τους με μια χειροβομβίδα.
Όταν η Τραγωδία Έγινε Ζωντανό Θέαμα
Αυτό που μετέτρεψε την υπόθεση από μια τοπική αστυνομική επιχείρηση σε κοινωνικό φαινόμενο ήταν η πρωτοφανής ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση. Ο ίδιος ο Ματέι κάλεσε σε τηλεοπτικό σταθμό (ΣΚΑΪ) και ζήτησε να βγει στον αέρα. Η αντίδραση των μέσων ήταν άμεση και ακραία: το γεγονός μεταδόθηκε ζωντανά για ώρες. Ο δημοσιογράφος Νίκος Ευαγγελάτος βρέθηκε να αναλαμβάνει έναν ανεπίσημο, αλλά κρίσιμο, ρόλο διαπραγματευτή, συνομιλώντας απευθείας με τον δράστη. Για πρώτη φορά, το ελληνικό κοινό παρακολουθούσε την αγωνία των ομήρων και τις απαιτήσεις του δράστη σε πρώτο πλάνο.
Η Αλυσιδωτή Αποτυχία: Το Ιστορικό πριν τη Νιόβης
Η δραματική ομηρία της 23ης Σεπτεμβρίου 1998 στην οδό Νιόβης δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά η κορύφωση μιας σειράς αποτυχιών των αρχών να συλλάβουν τον Σορίν Ματέι, ο οποίος είχε αναδειχθεί σε πρόκληση για την ελληνική αστυνομία.
Δεκαπέντε μόνο ημέρες πριν από τα γεγονότα των Πατησίων, ο Ματέι είχε καταφέρει να πραγματοποιήσει την έκτη επιτυχημένη του διαφυγή από τα χέρια της ΕΛ.ΑΣ. στην περιοχή της Χαλκίδας. Στην προσπάθεια σύλληψής του, έδρασε αποφασιστικά: Κράτησε όμηρο τον αστυνομικό Θανάση Κρυσταλογιάννη και, υπό την απειλή χειροβομβίδας, τον ανάγκασε να τον οδηγήσει με Ι.Χ. όχημα προς τον Πειραιά. Αφού απελευθέρωσε τον όμηρο, διέφυγε εκ νέου με ταξί. Η συνεχής αποφυγή σύλληψης είχε καταστήσει τη σύλληψη του Ματέι ζήτημα «τιμής» για το σώμα.
Η Μοιραία Αναμονή στη Νιόβης
Λίγες μέρες αργότερα, η αστυνομία εντόπισε τον Ματέι σε ένα υπόγειο διαμέρισμα της οδού Νιόβης 4, όπου διέμενε με μια φίλη του. Το διαμέρισμα λειτουργούσε ως κρησφύγετο, καθώς τόσο ο ίδιος όσο και η κοπέλα ήταν τοξικομανείς και έκαναν χρήση ουσιών εκεί.
Παρά τον εντοπισμό, οι αρχές επέλεξαν την τακτική της προσεκτικής αναμονής και της παρακολούθησης, αποφασίζοντας να περιμένουν την «κατάλληλη στιγμή» για την εισβολή. Η πολυήμερη αναμονή αποδείχθηκε μοιραία: Τελικά, η αστυνομική επιχείρηση για την εισβολή στο υπόγειο ξεκίνησε το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου, μια καθυστέρηση που επέτρεψε στον Ματέι να αντιδράσει στην αστυνομική παρουσία και να βρει αμέσως την επόμενη οδό διαφυγής, το διπλανό διαμέρισμα. Ο δισταγμός των αρχών, με στόχο την ασφαλέστερη δυνατή σύλληψη, μετατράπηκε σε ακούσιο παράγοντα κλιμάκωσης.
Η Εισβολή και η Μοιραία Ομηρία: Αμαλία Γκινάκη, Δεσμώτης της Τραγωδίας
Η επιχείρηση σύλληψης ξεκίνησε στις 19:00 της 23ης Σεπτεμβρίου, αλλά κατέληξε σε φιάσκο. Παρά τον τραυματισμό του από χτύπημα όπλου και την επήρεια ναρκωτικών, ο Σορίν Ματέι κατάφερε να διαφύγει από το υπόγειο μέσω του φωταγωγού, έχοντας στην κατοχή του μια χειροβομβίδα.
Η εισβολή του στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου μετέτρεψε την καταδίωξη σε ομηρία της οικογένειας Γκινάκη. Παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις του δράστη ότι δεν θα βλάψει κανέναν –και την ψύχραιμη στάση της μητέρας, Σουλτάνας Γκινάκη, που του παρείχε τις πρώτες βοήθειες– η κατάσταση κλιμακώθηκε ραγδαία.
Ο Ματέι έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο «ανθρώπινης ασπίδας». Χρησιμοποίησε κορδόνια για να δέσει την 28χρονη Αμαλία Γκινάκη, συνδέοντας τον έναν της καρπό με τον αρραβωνιαστικό της και τον άλλον με το δικό του χέρι. Η Αμαλία βρέθηκε στο κέντρο του δράματος, εκτεθειμένη και παγιδευμένη, με όλη την Ελλάδα να παρακολουθεί σε ζωντανή μετάδοση.
Το Τηλεφώνημα στον ΣΚΑΪ και η Ζωντανή Μετάδοση
Η ομηρία της οδού Νιόβης δεν έμεινε κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους του διαμερίσματος. Έγινε εθνικό θέαμα τη στιγμή που ο Σορίν Ματέι, κρατώντας δέσμια την Αμαλία Γκινάκη, σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε τον ΣΚΑΪ.
Ο κακοποιός συνδέθηκε απευθείας με τον διευθυντή ειδήσεων, Σταμάτη Μαλέλη, απαιτώντας επιτακτικά να βγει στον αέρα. Η απόφαση πάρθηκε εν ριπή οφθαλμού: η κάμερα άνοιξε, ο Νίκος Ευαγγελάτος πήρε θέση στο στούντιο και η δημοσιογραφία έδωσε τη θέση της σε μια επικίνδυνη διαπραγμάτευση.
Για μία ολόκληρη ώρα, το πανελλήνιο παρακολουθούσε παγωμένο έναν παρουσιαστή να συνομιλεί ζωντανά με έναν οπλισμένο κακοποιό. Το ψυχολογικό παραλήρημα του Ματέι μεταδιδόταν χωρίς φίλτρο, ενώ η Αστυνομία και το ΕΣΡ παρέμειναν θεατές. Κανείς δεν τράβηξε την πρίζα. Το έγκλημα είχε μόλις αποκτήσει συμπαραγωγό την τηλεόραση.
Ενώ η ζωντανή μετάδοση συνεχιζόταν χωρίς καμία κρατική παρέμβαση, ο κακοποιός προχώρησε σε συγκεκριμένες απαιτήσεις. Σε μια στιγμή σύγχυσης, ζήτησε αρχικά 50.000 δολάρια, ποσό που διόρθωσε άμεσα σε 500.000 δολάρια. Ισχυρίστηκε ότι το ποσό αφορούσε τα «έξοδά» του, επιμένοντας πως η μόνη του επιθυμία ήταν να διαπραγματευτεί την ασφαλή του διαφυγή,
Σε μια προσπάθεια να διαχειριστεί τη βιολογική του κατάσταση, ο Ματέι ζήτησε από τις αρχές αμφεταμίνες. Ο στόχος του ήταν ξεκάθαρος: ήθελε να αντιστρέψει την κατασταλτική δράση της ηρωίνης που είχε πάρει νωρίτερα, ώστε να παραμείνει σε εγρήγορση κατά τη διάρκεια της ομηρίας.
Η ΕΛ.ΑΣ., αντί να ικανοποιήσει το αίτημα ή να το αρνηθεί ευθέως, επέλεξε μια τακτική παραπλάνησης που αποδείχθηκε καταστροφική. Οι διαπραγματευτές του έστειλαν υπνωτικά σκευάσματα, με σκοπό την εξουδετέρωσή του.
Η κίνηση αυτή υποτίμησε την αντιληπτική ικανότητα του δράστη. Ο Ματέι αναγνώρισε το περιεχόμενο του κουτιού και η αντίδρασή του ήταν εκρηκτική. Η οργή του για την κοροϊδία επιδείνωσε δραματικά το κλίμα, οδηγώντας την κατάσταση σε οριακό σημείο.
Η αποτυχημένη απόπειρα ναρκώσεως έσπασε τον τελευταίο δίαυλο εμπιστοσύνης. Ο Σορίν Ματέι, πλέον εξοργισμένος και πέρα από κάθε διαπραγμάτευση, κλιμάκωσε την τρομοκρατία στο έπακρο.
Κρατώντας την Αμαλία Γκινάκη και τον αρραβωνιαστικό της ως ανθρώπινες ασπίδες, ο κακοποιός έκανε το αδιανόητο: απασφάλισε τη χειροβομβίδα. Το απόλυτο όπλο καταστροφής ήταν πλέον ενεργό. Ο Ματέι απειλούσε ανοιχτά, γνωρίζοντας ότι η παραμικρή απελευθέρωση της πίεσης από το χέρι του θα σήμαινε άμεση έκρηξη.
Το μήνυμά του προς τις αρχές ήταν απόλυτο και δυσοίωνο: «Μια λάμψη θα δείτε μόνο και τίποτα άλλο».
Η λάθος εκτίμηση της Αστυνομίας, ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη, θα διαψευστεί με τον πιο τραγικό τρόπο. Η ζωή των ομήρων κρεμόταν κυριολεκτικά από την πίεση του χεριού του δράστη, καθιστώντας την άμεση, βίαιη επέμβαση τη μοναδική, έσχατη επιλογή.
Λίγο μετά τις 9 το βράδυ, η σκυτάλη της ευθύνης πέρασε στον Αρχηγό της Αστυνομίας, Αθανάσιο Βασιλόπουλο, ο οποίος έφτασε στην οδό Νιόβης. Η πρώτη του κίνηση ήταν να αναζητήσει απάντηση στο πιο κρίσιμο ερώτημα: αν η χειροβομβίδα ήταν αληθινή.
Ο Βασιλόπουλος ανέκρινε τη φίλη του Ματέι, Π. Αθανασοπούλου, η οποία βρισκόταν και η ίδια υπό την επήρεια ουσιών. Βασιζόμενος στις πληροφορίες που συνέλεξε, ο Αρχηγός κατέληξε στη λανθασμένη, αλλά καθοριστική, πεποίθηση ότι η χειροβομβίδα δεν ήταν πραγματική.
Μετά από αυτή την εκτίμηση, διέταξε άμεσα: την απομάκρυνση των τηλεοπτικών συνεργείων, τη διακοπή της ζωντανής σύνδεσης του ΣΚΑΪ και την άμεση οργάνωση της επιχείρησης εφόδου. Ο χρόνος για διαπραγματεύσεις είχε τελειώσει.
Ενώ ο Αρχηγός Βασιλόπουλος έδινε την εντολή για την επέμβαση, βασιζόμενος στη λανθασμένη εκτίμηση ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη, μια αντίθετη φωνή ακούστηκε διακριτικά στο στούντιο του ΣΚΑΪ.
Ο Υπαρχηγός Γ. Πλάκας, ο οποίος παρακολουθούσε τις εξελίξεις δίπλα στον Σταμάτη Μαλέλη, ψιθύρισε στον δημοσιογράφο τη δική του ανησυχία: η απόφαση δεν ήταν σωστή και η εκτίμηση για το όπλο ήταν λανθασμένη.
Αυτός ο ψίθυρος, που εκφράστηκε στο παρασκήνιο της κρίσης, αποδείχθηκε δυστυχώς προφητικός. Η αστυνομία προχώρησε στην έφοδο με την πεποίθηση ότι το ρίσκο ήταν ελεγχόμενο, μια πεποίθηση που σύντομα θα διαψευδόταν με τον πιο τραγικό τρόπο.
Η Έφοδος της Αστυνομίας και το Τραγικό Τέλος
Λίγα λεπτά πριν την έφοδο, ο Σορίν Ματέι έκανε την τελευταία του παραχώρηση: τήρησε τη δέσμευσή του προς τον Ευαγγελάτο και απελευθέρωσε τη μητέρα της οικογένειας, Σουλτάνα Γκινάκη. Στο διαμέρισμα είχαν απομείνει ο ίδιος και οι δύο δεμένοι όμηροι.
Τότε ξεκίνησε η επιχείρηση. Ο Αρχηγός της Αστυνομίας συμμετείχε στην εισβολή, έχοντας ακόμα την εσφαλμένη βεβαιότητα ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη.
Οι αστυνομικοί μπούκαραν και κινήθηκαν ακαριαία. Τράβηξαν με δύναμη τον Απόστολο Μακρινό και έκοψαν το κορδόνι που τον ένωνε με τον δράστη, απελευθερώνοντάς τον.
Ο Ματέι, μέσα στον αιφνιδιασμό, αντέδρασε με απόγνωση: άρπαξε την Αμαλία Γκινάκη και τη χρησιμοποίησε ως ασπίδα. Η σπαρακτική κραυγή της κοπέλας, «Μη!», γέμισε τον χώρο, σηματοδοτώντας την έναρξη της βίαιης και τραγικής τελικής αναμέτρησης.
Το Τελευταίο Ακουστικό Ντοκουμέντο: Η Έκρηξη στον Αέρα
Ο Νίκος Ευαγγελάτος βρισκόταν ξανά στον αέρα. Το τηλέφωνο, που παρέμενε ανοιχτό, είχε μετατραπεί σε μικρόφωνο, μεταδίδοντας τους ήχους της εισβολής των ΕΚΑΜ και την τελική μάχη που διεξαγόταν μέσα στο διαμέρισμα. Το πανελλήνιο παρακολουθούσε τηλεοπτικά, ακούγοντας τον πανικό των ομήρων και τις φωνές των αστυνομικών.
Λίγα λεπτά αργότερα, ο θόρυβος κόπηκε από έναν εκκωφαντικό, βίαιο κρότο: την έκρηξη της χειροβομβίδας.
Ο ήχος αυτός επιβεβαίωσε με τον πιο τραγικό τρόπο ότι η εκτίμηση της Αστυνομίας ήταν λανθασμένη. Η ζωντανή μετάδοση της ομηρίας τελείωσε με τη μοιραία έκρηξη, σφραγίζοντας το τέλος της κρίσης, αλλά και την αρχή της εθνικής τραγωδίας.
Το τραγικό φινάλε της ομηρίας άφησε πίσω του μια σειρά αναπάντητων ερωτημάτων σχετικά με το πώς ακριβώς εξερράγη η χειροβομβίδα. Δύο ανεπιβεβαίωτες εκδοχές κυκλοφόρησαν, δείχνοντας το χάος της στιγμής:
Ο Αντιστράτηγος της Αστυνομίας, Ιωάννης Γεωργακόπουλος, ο οποίος ήταν παρών στην έφοδο, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι κάποιος αστυνομικός έδωσε τέτοια εντολή στον δράστη.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από την αλήθεια των λεπτών της τραγωδίας, το αποτέλεσμα ήταν αδιαμφισβήτητο και φρικτό. Το σώμα της Αμαλίας υπέστη φρικτές βλάβες (ακρωτηριάστηκε), ενώ τραυματίστηκαν επίσης αρκετοί αστυνομικοί, καθώς και ο ίδιος ο Ματέι.
Το Χάος της Οδού Νιόβης
Ακολούθησε ένα σκηνικό απόλυτου χάους. Η οδός Νιόβης ήταν γεμάτη από περίεργο κόσμο και σταθμευμένα οχήματα, καθώς δεν είχε δοθεί η αυτονόητη εντολή για εκκένωση του δρόμου.
- Τον Μάιο του 2000, όλοι οι αστυνομικοί απαλλάχθηκαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο.
- Μετά από έφεση της οικογένειας Γκινάκη, παραπέμφθηκε σε δίκη μόνο ο Αθανάσιος Βασιλόπουλος.
- Το δικαστήριο επέβαλε στον πρώην Αρχηγό 12μηνη ποινή φυλάκισης (με αναστολή). Ωστόσο, μετά από νέα έφεση που άσκησε ο ίδιος, αθωώθηκε τελεσίδικα το 2005.
Τα ασθενοφόρα βρέθηκαν αντιμέτωπα με ένα απροσπέλαστο εμπόδιο. Οι πολίτες, μέσα στον πανικό, προσπαθούσαν να μετακινήσουν τα αυτοκίνητα με τα χέρια τους, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος. Η κρίσιμη αυτή δυσλειτουργία του συντονισμού οδήγησε σε μεταφορά των τραυματιών με σχεδόν μία ώρα καθυστέρηση.
Το Μοιραίο Φινάλε
Η Αμαλία Γκινάκη μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό, οι αστυνομικοί σε στρατιωτικά νοσοκομεία, και ο Ματέι στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας.
Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των γιατρών, η μοιραία καθυστέρηση και η βαρύτητα των τραυμάτων της ήταν καθοριστικές. Η 28χρονη Αμαλία Γκινάκη έφυγε από τη ζωή μετά από 17 ημέρες νοσηλείας.
Ο θάνατός της επισφράγισε το τραγικό αποτέλεσμα μιας υπόθεσης που συγκλόνισε το πανελλήνιο, αποκαλύπτοντας μια αλυσίδα επιχειρησιακών λαθών, λανθασμένων εκτιμήσεων και αμέλειας που κόστισε τη ζωή ενός αθώου θύματος.
- Η Εκδοχή του Ματέι: Σύμφωνα με τη μία πλευρά, ο δράστης εκτέλεσε μια πράξη ακραίας βίας: τοποθέτησε τη χειροβομβίδα στο παντελόνι της Αμαλίας και στη συνέχεια την έσπρωξε προς τους αστυνομικούς, προκαλώντας την έκρηξη.
- Η Εκδοχή της Αστυνομικής Εντολής: Οι συγγενείς της Αμαλίας, παρακολουθώντας τις έρευνες, υποστήριξαν μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Ανέφεραν ότι η χειροβομβίδα έσκασε ακριβώς πίσω από τα πόδια της κοπέλας, υπονοώντας ότι αστυνομικοί ήταν εκείνοι που προέτρεψαν τον Ματέι να την πετάξει στο έδαφος, οδηγώντας στη μοιραία έκρηξη.
Το Τέλος του Σορίν Ματέι: Ένας Θάνατος Υπό Αμφισβήτηση
Ο 27χρονος Σορίν Ματέι παρέμεινε για δύο ημέρες στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας , όπου οι γιατροί τον κρατούσαν σε καταστολή λόγω των τραυμάτων του.
Στη συνέχεια, παρόλο που ο Ματέι ήταν βαριά τραυματισμένος, δόθηκε εντολή για την άμεση μεταφορά του. Ο διευθυντής της χειρουργικής κλινικής έκρινε ότι ο ασθενής δεν διέτρεχε πλέον κίνδυνο και ο κακοποιός μεταφέρθηκε δεμένος στο νοσοκομείο των Φυλακών Κορυδαλλού.
Πριν προλάβει να προβεί σε οποιαδήποτε διορθωτική ενέργεια, ο γιατρός βρήκε τον Ματέι νεκρό στο κρεβάτι του, το βράδυ της 26ης Σεπτεμβρίου.
Ο ιατροδικαστής Μάριος Ματσάκης αποφάνθηκε ότι ο θάνατος του κακοποιού προήλθε από εισρόφηση γαστρικού υγρού (πνιγμός από εμετό), σε συνδυασμό με την παρατεταμένη και βαριά καταστολή.
Στις Φυλακές, ο γιατρός υπηρεσίας Ιωάννης Κούτρας διαπίστωσε σοβαρά λάθη στον χειρισμό του κρατουμένου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ποσότητα του κατασταλτικού φαρμάκου που είχε χορηγηθεί στον Ρουμάνο ήταν «για ελέφαντες», ενώ ο συνδυασμός της ύπτιας στάσης ταυτόχρονα με το δέσιμο αποτελούσε ιατρικό λάθος.
Η ιατροδικαστική έκθεση ουσιαστικά επιβεβαίωσε τις καταγγελίες του γιατρού Κούτρα, υποδεικνύοντας ότι οι συνθήκες νοσηλείας και η υπερβολική χορήγηση φαρμάκων συντέλεσαν στον θάνατο του Ματέι, δύο μόλις ημέρες μετά το τραγικό τέλος της ομηρίας.
Η Δικαστική Έκβαση και η Αθώωση των Αστυνομικών
Μετά την αποτυχία της επιχείρησης και τον θάνατο της Αμαλίας Γκινάκη, ακολούθησαν άμεσα οι πολιτικές και δικαστικές συνέπειες.
Ο τότε Αρχηγός της Αστυνομίας, Αθανάσιος Βασιλόπουλος, ανέλαβε την ευθύνη για τη λανθασμένη ενημέρωση και τα λάθη των υπολοίπων αστυνομικών, υποβάλλοντας την παραίτησή του.
- Ο Βασιλόπουλος τέθηκε αρχικά σε διαθεσιμότητα για ένα χρόνο, αντιμετωπίζοντας την κατηγορία της ακούσιας ανθρωποκτονίας λόγω αμέλειας.
- Την ίδια κατηγορία αντιμετώπισαν και οι υπόλοιποι αξιωματικοί που συμμετείχαν στην επιχείρηση.
Η Κριτική στη Ζωντανή Μετάδοση και οι Συνέπειες
Ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ, καθώς και ο δημοσιογράφος Νίκος Ευαγγελάτος, δέχτηκαν σφοδρή κριτική για τη ζωντανή μετάδοση της ομηρίας, η οποία θεωρήθηκε αντιδεοντολογική και επικίνδυνη.
- Η Αντίφαση: Παρότι αστυνομικοί ανέφεραν πως ο Ευαγγελάτος είχε θετική συμμετοχή στην υπόθεση, καθώς κατάφερνε να ηρεμεί τον κακοποιό, η πράξη του να μεταδώσει το έγκλημα ζωντανά θεωρήθηκε από την κοινή γνώμη ως κυνική επιδίωξη τηλεθέασης.
- Η Μεταμέλεια: Ο ίδιος ο Ευαγγελάτος δήλωσε σε συνέντευξή του πως αν του δινόταν ξανά η ευκαιρία, δεν θα έβγαινε στον αέρα και πως η μόνη του σκέψη έκτοτε ήταν η απώλεια της ζωής της Αμαλίας.
- Η Νομοθετική Αλλαγή: Το ΕΣΡ (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης) επέβαλε πρόστιμο 50 εκατομμυρίων δραχμών στον ΣΚΑΪ, ενώ έκτοτε άλλαξε η σχετική νομοθεσία για τις ζωντανές μεταδόσεις κρίσεων, καθιστώντας την υπόθεση Ματέι ένα ιστορικό νομικό προηγούμενο.
Το Κλείσιμο της Αυλαίας
Οι συγγενείς της αδικοχαμένης Αμαλίας Γκινάκη έλαβαν ένα χρηματικό ποσό ως αποζημίωση. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα, ζητούν την τιμωρία των υπεύθυνων, πιστεύοντας ακράδαντα ότι η αλυσίδα των λαθών της αστυνομίας οδήγησε τη νεαρή κοπέλα στον θάνατο.
Η υπόθεση της οδού Νιόβης ολοκληρώθηκε δικαστικά με αθωώσεις, αλλά παραμένει μια από τις πιο σκοτεινές και αμφιλεγόμενες σελίδες στην ιστορία της ελληνικής αστυνομίας και των μέσων ενημέρωσης.
Πηγές:
1.https://www.mixanitouxronou.gr/tag/sorin-matei/




Σχολιάστε